29 Ιανουαρίου 2018

Του Άι Θεράποντα τα μαστόρια !

Για να μπορείς να πιστεύσεις στη ζωή, πρέπει να πιστεύσεις στο θαύμα!

         Κι είναι το θαύμα που ακροβατεί ανάμεσο ουρανού και γης! Είναι οι τρούλοι που σε πάνε στα ουράνια και μαστόρια που χαμογελούν με τα σφυριά στα χέρια και τα καρφιά στα δόντια. 
         Για να δαγκάσεις τη ζωή πρέπει ν’ ανέβεις στα ουράνια. Σαν δεν μπορείς, βρίσκονται στο δρόμο σου παπάδες που πετάνε στην άκρη τα καλυμαύχια. Ανεβαίνουν στην πιο ψηλή την κορυφή της εκκλησιάς, για να πετάξουν οι προσευχές τους ακόμη πιο ψηλά κι απόκριση να πάρουν παρευθείς απ’ τον Θεό. 

Πετάνε στους ουρανούς οι φωνές μας. Κάτω η αγορά δεν χαμπαριάζει από ύμνους. Ο φτερωτός θεός, της αγοράς ο μπαγαμπόντης, σουλατσάρει αμέριμνος στην πολύβουη Ερμού. Τα μαστόρια ντούκου ντούκου συνεχίζουν το έργο τους. Τα βαπόρια σφυράνε αμέριμνα. Οι ταξιδιώτες ακουμπισμένοι στην κουπαστή στρέφουν τη ματιά τους στον Άγιο Θεράποντα. Περιπατητές της παραλίας μιας κοιτάνε τη θάλασσα κι ύστερα από τις κόγχες του τρούλου η ματιά τους μαγνητίζεται. Ποιοι αλήθεια δεν νογούν τις ροές του χρόνου, που μια μπρος μια πίσω μάς πάει; 

 Μόνο σημάδι, μόνη πυξίδα, μόνη ασφάλεια στις μεταβολές του κόσμου, στις αλλαγές του χρόνου είναι τούτος εδώ ο τρούλος. Τόσο δεμένος με τη γης, τόσο κοντά στον ουρανό. Κι είν’ τα μαστόρια του που τον κρατάνε στο ύψος του!

30 Δεκεμβρίου 2017

Αυτογνωσία και Ωραιοσύνη του Έλληνα


                                                                   Στρατής Γιαννίκος
Όρμα στα κάστρα Στρατηγέ .
Ψηλά το  ευαγγέλιο
 παπά της ρωμιοσύνης.
Τη  Γνώση αρπάχτε ,
απ’ τα μαλλιά.
Ο Πατριάρχης στην Ίμβρο  (φώτο Π. Βογιατζής)
Να ξεψειρίσουμε  το μέλλον
Ψείρα την ψείρα
Αγνωσία τ  αγνωσία.
Και λιβανίστε  
Κι εξορκίστε το κακό.

Αχ, αυτή η αμάθεια…
Τι στρατούς, αλήθεια,
 χρειάζεται.
Να εφορμούν, εφ’ όπλου λόγχη
Στους άφρονες των Ελλήνων νόες !

Τιμή και χρέος  ιερό
την αλφαβήτα
Οι οδηγοί
Της ρωμιοσύνης  
Ξανά να μας διδάξουν

Το Άλφα  της Αυτογνωσίας,
προπάντων το ξε- βόλεμα του Γένους,
 εκεί  στους δέλτους της σοφίας,
στο δέλτα των ποταμών της γνώσης,
εκεί που συναντιούνται κι
«Ελλάς, Ελλάς  ζητωκραυγάζοντας»
προτρέπουν :

«Ήττα δεν θέλει,
στο μυαλό να κουβαλάς
Ισχύς μόνον Ισχύς».


Τότε θα αναθαρρήσει  και…
Κραταιά και Λάμπουσα
 η Μάνα Ελλάδα
Νοημοσύνη θηλάζοντας
Ξεστήθωτη   θα βυζαίνει
τους βλαστούς  του Ομήρου.

Είναι τότε που …
των Πελασγών οι Ροές
 Στρατιές,  Ταξιαρχίες και
 Ύψιστες Φρουρές…
Θα χαράζουν το μέλλον-
 Θα κυριεύουν τα κάστρα.
Θα ψαχουλεύουν τ’ αστέρια.

Είναι τότε που…
μιας νέας ημέρας η  ανατολή
με οδύνη θα  γεννά
το Μέγα των Ελλήνων Άλφα.

Την Αυτογνωσία, την Ωραιοσύνη
 Του Έλληνα .
                                                                                            30 Δεκεμβρίου 2017 


4 Δεκεμβρίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ και ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ


Μικρός δεν έδινα σημασία στην γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. Ίσως γιατί ποτέ δεν έτυχε να πάω ποτέ στο πανηγύρι της στα Πάμφυλα, ίσως μού φαινόταν βαρβαρικό το όνομα, πιθανόν γιατί η γιαγιά μου η Παφλιώτισσα με είχε ζαλίσει με τη Αγιά Βαρβάρα της.
Η γιαγιά Ελένη πηγαινοερχόταν  δυο μήνες στα Πάμφυλα, δυο μήνες στη Γέρα.  Τη θυμάμαι σαν  μια άκακη γυναίκα, που δεν μπορούσε κανείς να την πει παλαβοπαφλιώτισσα. Ίσως   η απότομη «προσγείωσή» της στη Γέρα να την ανάγκαζε να καταχώνει στα τρίσβαθα της ψυχής της  το παφλιώτικο κουσούρι της,  την ιερή  των Παμφύλων τρέλα.  Όμως σαν που πέρναγαν τα χρόνια άρχισα  να καταλαβαίνω πως με  μπόλιαζε κι εμένα σαν ήμουνα μικρός, σιγά σιγά, με το παφλιώτικο μικρόβιο.
 Τους βροχερούς χειμώνες οι ιστορίες έπαιρναν και έδιναν. Μα, σαν πλησίαζε ο Δεκέμβρης η γιαγιά συνέχεια μιλούσε για την Αγιά Βαρβάρα, την «Βαρβαρούδα» της, όπως την έλεγε. Και δώστου το τροπάριο «Βαρβάραν τν γίαν τιμήσωμεν· χθρο γρ τς παγίδας συνέτριψε, κα ς στρουθίον ἐῤῥύσθη ξ ατν, βοηθεί κα πλ το Σταυρο πάνσεμνος». Αυτό πια το «Βαρβάραν τν γίαν τιμήσωμεν» το είχα μάθει απέξω κι ανακατωτά.  Και να ρωτάς τη γιαγιά τι είναι μαθές αυτό το «στρουθίον» και να σού λέει άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.   Εκείνο όμως που κέντριζε τη φαντασία μου ήταν η ιστορία της Αγιά Βαρβάρας, όπως μου τη διηγότανε και άντε κάθε χρονιά η ίδια ιστορία κι οι ίδιες αναπάντητες ερωτήσεις.
Είχε, μού έλεγε, το χωριό κάμποσους πύργους που μέσα τους κλείνονταν για ασφάλεια οι νοικοκυραίοι σαν που έβγαιναν στη στεριά οι πειρατές. Και μπέρδευε η καημένη τους πειρατές με τους Τούρκους κι όταν την ρώταγα «ποιοι κάναν την επίθεση οι τούρκοι για οι πειρατές» μού έβαζε φρένο στις απορίες:
«Του ίδιου καν’  ! Τι τούρκοι, τι πειρατές! Άκγει να μαθαίνς».
Δεν έδινα  συνέχεια στις απορίες, μα άκουγα  ευλαβικά πώς έσωσε κάποτε το χωριό από τους τουρκοπειρατές η Αγιά Βαρβάρα. Ήταν  μια τρομερή επιδρομή, δεν είχαν σκοπό να ορμήσουν, ως συνήθως,  μια –δυο ώρες στο χωριό κι ό,τι αρπάξουν. Ασκέρι ολάκερο είχε έρθει  τούτη τη φορά. Όσος κόσμος πρόλαβε κλείστηκε στους πύργους και πολλοί μέσα στην εκκλησιά παρακαλούσαν την Αγιά Βαρβάρα.  Δεν θυμάμαι καλά, αν ήταν της γιαγιάς η διήγηση ή η φαντασία μου έπλαθε την εκκλησιά μεγάλη σαν κάστρο. Και δώστου να ορμούν οι πειρατές με σκάλες, να μπουν από τα παράθυρα. Μα, τα λόγια της γιαγιάς τα τελευταία τα θυμάμαι πολύ καλά.
« Σαν βάζαν μουρέλλιμ τς σκάλις να ανεβούν στα παραθύρια, νόμζις πους  πέφταν αστραπές στα χέρια ντουν. Στραβώναν τα δαχτύλια ντουν, τσι πέφταν απ’ τις σκάλις. Πήραν τότις θάρρους οι Παφλιώτις πους η Αγιά Βαρβάρα τς προυστατεύβγ’, τς αρχίσαν να τς πιτούν καμένα  λάδια. Καμέν΄  τσι  σκουτουμέν’ , τα παρατήσαν απ’ τουν φόβου ντουν, τσι απού τότις δεν ξαναφανήκαν πειρατές στου χουριό».



25 Νοεμβρίου 2017

ΤΑΞΙΑΡΧΕΛΛΙΜ’


                                                       του Στρατή  Γιαννίκου

Η μάνα να περπατά στα κύματα! Άγιος Νικόλαος, Πάμφυλα!  

     Γεννήθηκε αντίκρυ της Ανατολής. Στα νησέλλια της πάμφυλης ανατολής, ολημερίς, σεργιανούσε. Από χιόνι ο τόπος της δεν γνώριζε. Πού και πού μια δυο μέρες του χειμώνα να άσπριζαν οι νιφάδες το χωριό της.  Ως νύμφη ανύμφευτη,   την μεγαλώναν οι γονιοί της  κι οι τρεις αδελφοί, διπλά και τρίδιπλα την αγαπούσαν.
Κι ως  σπάνιο το χιόνι, σπάνια κι η αδελφή κι η κόρη. Απαλό, λευκό, κάτασπρο το δέρμα  της , «λευκοτέρα χιόνος», που θα ‘λεγε κι ο θείος Πλάτων. Χιόνα την παρωνόμιασαν κι ως χιόνα απαλή  καλοσυνάτη αποκρίνοταν  στα καλέσματα των δικών της κι έλιωνε  για τον καθένα τους.
Μα σαν ήρθε η ώρα της παντρειάς,  πιάστηκε η καρδιά της σαν είπαν να την ζευγαρώσουν σε ξένο τόπο  τριγυρισμένο από βουνά. Μα, πάντα πρόθυμη κι υπάκουη στους δικούς της, έσφιξε την καρδιά της κι είπε να αφήσει τις ομορφιές της Ανατολής. Ήρθε ξένη, σε τόπο  σκληρό στα ανθρώπινα αισθήματα. Μόνη της παρηγοριά, πότε να ‘ρθει η άνοιξη ν ‘ ανθίσουν οι τριανταφυλλιές της αυλής, να ευωδιάσει η νυχτιά και να φωτιστεί    από τα λευκά του γιασεμιού άνθη.  Κι έτσι, φωτίζονταν η ψυχή της και άντεχε ως να ‘ρθει το καλοκαίρι της, να κατεβεί στις δροσιές και στα νερά του  περιβολιού, να νιώθει την αύρα της θάλασσας και να θυμάται την πάμφυλη πατρίδα.
Κι άντεξε έναν και δυο και τρεις χειμώνες με συντροφιά του Ταξιάρχη τα φτερά. Τι ο άγγελος μηνύματα απαντοχής της έστελνε, ξένος κι αυτός σε τόπο άξενο. Δεν άντεξε η καρδιά της, μαχαίρι στα σωθικά ο κάθε πικρός λόγος. Στενός ο τόπος, στένωσαν οι βαλβίδες της καρδιάς, μα η Χιόνα στο τέλος άντεξε. Κι είπε στα πόδια μου θα σταθώ, θα πολεμήσω.
Λαβωμένη ήταν σαν γέννησε τ’ αγόρι της κι είπε να το  αφιερώσει στων Ουρανίων Στρατηγών τον Αρχιστράτηγο. Τον βάφτισε Στρατή. Με προσευχές περάσαν οι χειμώνες της Χιόνος. Πάντα στο ίδιο το στασίδι, πίσω  από το αριστερό ψαλτήρι κάθε Κυριακή, να κοιτάζει λοξά, απέναντί της, τη θεόρατη τοιχογραφία του Ταξιάρχη και να μονολογεί μια στον μικρό Στρατή και μια στον Ταξιάρχη. Κι ως ο ιερέας διακονούσε τον Θεό κι  ανθρώπινες ικεσίες μεταβίβαζε στους ουρανούς, η λειτουργία της  Χιόνας ήταν το μωρό της.
Μιας που κοίταζε τον μικρό Στρατή κι έλεγε:
_ Μουρέλλι μ’ συ! Μουρέλλι μ’  συ!  
Και μιας  τον Ταξιάρχη:

_ Ταξιαρχέλλιμ’  συ ! Ταξιαρχέλλιμ’ συ! Βουήθα του μουρέλλιμ’ !

22 Σεπτεμβρίου 2017

Γεια σου Γενιά!

ΑΝΑΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΑΡΥΩΝΑ, Καλοκαίρι του 2006 ή 2007. Η φωτογραφία αναρτήθηκε στο Φατσοτέφτερο (fb) . Ο Στρατής Καραγιασσώτης, δεύτερος από αριστερά (πάντα!) σχολιάζει:  
 Με επιμονή και συνέπεια, υιοθετώντας στάση ζωής, “τον τραχύ του Αγίου δρόμο ανεβαίνει” . 















Γεια σου Γενιά!
Ψηλά την είχαμε την πατρίδα αδελφέ. Κι όσους σκοπέλους κι αν  είχε η ζωή, οι  αναποδιές δεν μας πτοούσαν. Κι είπαμε ότι βαστάμε γερά στις ανηφοριές. Κι ανηφορίζαμε τα σκαλοπάτια στο καλντερίμια του Σκοπέλου. Να βλέπουμε από ψηλά. Να δούμε τη Γέρα μας από τον Καριώνα. Κι ακόμη πιο ψηλά.
Εσύ ένας  Καράς Αγιασσώτης να παίρνεις το δρόμο για την Αγιασσώτισσα την Παναγιά και να  μας οδηγείς. Μια στάση μοναχά στα Καλά Περβόλια, να ξαποστάσουμε απ’ τον αγώνα. Γιατί αγώνας ήταν η ζωή με πάντα υψωμένη, σφιχτή τη γροθιά. Και ανοιχτά τα μάτια. Και φανταζόμασταν τον τόπο μας σαν ένα κόρφο, μιαν αγκαλιά που χωρά όλον τον κόσμο. Κι ερχόμασταν στα λόγια του Οδυσσέα  κι αναρωτιόμασταν : -Εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου, λέγε τι βλέπεις; Αλήθεια, πόσες φορές δεν μας προϋπάντησες με αυτόν τον στίχο στο στέκι της Τιμοκρέοντος;



Κι έβαζες τον σπόρο της αναζήτησης. Και ψάχναμε και ψάχναμε σε παλιά κιτάπια, σε μαρτυρίες  παππούδων, γιαγιάδων,  στις αφλουγιές των γερόντων, στις παντουθειές γειτόνισσες, στα λόγια του καφενέ της Πέρα Βρύσης, στα λόγια της ντοπιολαλιάς μας, τα ανερμήνευτα.
- Ε, ρε  Τιν’, ε ρε Καστρά, ε, ρε Στρατή Καρά τι σπόρους άφησες πίσω σου.
Να ξέρεις βλασταίνουν τα χωριά μας. Καρπούς βγάζουν τα χωράφια μας. Κι η Γέρα πρασινίζει από ομορφιά. Γιατί η Γέρα μας Στρατή είναι απέθαντη. Την προστατεύουν η Παναγιά η Μαγδαληνή, την προστατεύει ο Άγιος Γρηγόρης με τα κρυμμένα στη σπηλιά του μυστικά.  Γιατί στη στράτα μας για τα γεραγώτικα, για τ’ αγιασώτικα βουνά, οι Γεραγώτες θα συναντούν μυρτιές, μυρτίνες, παναγιές. Στο διάβα μας θα συναντούμε συνοδοιπόρο Εκείνον, τον τραχύ δρόμο του Αγίου να ανεβαίνει. Γιατί στο δρόμο μας Εκείνος, ο Θγιος, ο Ταξιάρχης, ο Ασώματος, στη  Γέρα θα ακουμπά τα δάχτυλα και τα πέντε θα ανάβουνε χωριά: Εξουσία και κλήρος της γενιάς μας.
Γεια σου γενιά! Σαν πιεις, σαν ξεδιψάσεις, εκεί που πας, στης Αψηλής, της Πέρας Βρύσης τα νερά, μην μας ξεχνάς. Ορμήνευε μας από ψηλά πώς τους Σκοπέλους της ζωής να προσπερνούμε.
Γεια σου αρχηγέ! Γεια σου αδελφέ!

Το Νοέμβρη του 1999 ,ο Παγγεραγωτικός των Αθηνών , παράλληλα με την εκδήλωση αφιέρωμα στον Νομπελίστα Ποιητή Οδυσσέα Ελύτη , πραγματοποίησε και έκθεση Γεραγωτών ζωγράφων που κράτησε 10 ημέρες .

Στη φωτογραφία , που είναι από την έκθεση , φαίνονται από αριστερά οι ζωγράφοι :
Μανώλης Τζανής , Στρατής Ταμβακέρας , Αλέξανδρος Βακιρτζής και ο τότε πρόεδρος του Παγγεραγωτικού Συλλόγου Αθήνας , Στρατής Καραγιασσώτης .

 Στην έκθεση συμμετείχαν 28 Γεραγώτες ζωγράφοι με 66 δημιουργίες τους . Ανάμεσα τους και οι , Στρατής Αξιώτης , Στρατής Γαβαλάς , Γιώργος Πέρρος , Βασίλης Βαγιάννης , Στρατής Ταμβακέρας , Αλέξανδρος Βακιρτζής , Γρηγόρης Γλιγλής , Ηώ Αγγελή , Σαπφώ Βογιατζή , Βγένα Κωνσταντινίδη , Βασίλης Πανταζής ,Στρατής Ζάνταλης κ.α

7 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΣΕΙΣΜΟΣ του 1867 μέσω των δημοσιευμάτων της ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ

Ο  σεισμός,  μεγέθους 6,8 Ρίχτερ, συνέβη στη Λέσβο στις 7 Μαρτίου 1867  (23 Φεβρουαρίου 1867 με το παλαιό ημερολόγιο ) και ήταν καταστρεπτικότατος.

Δημοσίευμα 24ης  Φεβρουαρίου 1867 


                        Δημοσίευμα 3ης   Μαρτίου 1867 








Δημοσίευμα 10ης   Μαρτίου 1867  




Δημοσίευμα 17ης   Μαρτίου 1867  







Δημοσίευμα 31ης   Μαρτίου 1867  





13 Οκτωβρίου 2016

Η ΣΜΥΡΝΗ και ΤΑ ΠΑΡ- ΑΛΟΓΑ των Α- ΛΟΓΩΝ

Ποιος θα μου το έλεγε ότι  μετά την τελευταία μου ανάρτηση "Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ" θα πραγματευόμουν πάλι ένα θέμα σχετικό  με τα  Α _ΛΟΓΑ της φυλής μας.
Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις το γεγονός του ότι τις ημέρες που ο στρατός μας υποχωρούσε άτακτα από το Αφιόν Καραχισάρ, τις ημέρες που διακυβεύονταν η  διαρκής και προαιώνια παρουσία της ελληνοσύνης στη Μικρασία θα συνέβαιναν τα εξής παρ- άλογα:



1.   Μέσα Αυγούστου  1922,"Απόβαση" εκατοντάδων πλούσιων Σμυρναίων στη Μυτιλήνη με σκοπό την αναψυχή. Οι ταξιδιώτες σκορπούσαν υπερβολικά ποσά για τις διακοπές τους (σε διαμονή, διασκέδαση, αγορά ρούχων, παπουτσιών...) σε σημείο που να αυξηθούν οι τιμές πολλών προϊόντων
και υπηρεσιών στην πόλη της Μυτιλήνης. Και φυσικά πολλοί από αυτούς - αν έβρισκαν διαθέσιμο δωμάτιο- έκαναν τα λουτρά  τους στο υπερπολυτελές Σάρλιτζα. Τις ίδιες ώρες που ο Ελληνικός   Στρατός κολυμπούσε στο αίμα.




2, 17 Αυγούστου 1922. Η  ελληνική κυβέρνηση την ώρα της άτακτης φυγής του στρατεύματος, την ώρα που ο ελληνισμός της Σμύρνης κινδύνευε με αφανισμό, δεν έχανε ευκαιρία να κάνει τα μπάνια της  κι ο πρωθυπουργός δεν ήξερε πώς να τη συμμαζέψει.

Πότε επιτέλους θα μαζέψουμε τα ΠΑΡ- ΑΛΟΓΑ της φυλής μας;

Υ.Γ. Η έρευνα είναι σε εξέλιξη. Περισσότερα στοιχεία θα δοθούν εν καιρώ,