4 Δεκεμβρίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ και ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ


Μικρός δεν έδινα σημασία στην γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. Ίσως γιατί ποτέ δεν έτυχε να πάω ποτέ στο πανηγύρι της στα Πάμφυλα, ίσως μού φαινόταν βαρβαρικό το όνομα, πιθανόν γιατί η γιαγιά μου η Παφλιώτισσα με είχε ζαλίσει με τη Αγιά Βαρβάρα της.
Η γιαγιά Ελένη πηγαινοερχόταν  δυο μήνες στα Πάμφυλα, δυο μήνες στη Γέρα.  Τη θυμάμαι σαν  μια άκακη γυναίκα, που δεν μπορούσε κανείς να την πει παλαβοπαφλιώτισσα. Ίσως   η απότομη «προσγείωσή» της στη Γέρα να την ανάγκαζε να καταχώνει στα τρίσβαθα της ψυχής της  το παφλιώτικο κουσούρι της,  την ιερή  των Παμφύλων τρέλα.  Όμως σαν που πέρναγαν τα χρόνια άρχισα  να καταλαβαίνω πως με  μπόλιαζε κι εμένα σαν ήμουνα μικρός, σιγά σιγά, με το παφλιώτικο μικρόβιο.
 Τους βροχερούς χειμώνες οι ιστορίες έπαιρναν και έδιναν. Μα, σαν πλησίαζε ο Δεκέμβρης η γιαγιά συνέχεια μιλούσε για την Αγιά Βαρβάρα, την «Βαρβαρούδα» της, όπως την έλεγε. Και δώστου το τροπάριο «Βαρβάραν τν γίαν τιμήσωμεν· χθρο γρ τς παγίδας συνέτριψε, κα ς στρουθίον ἐῤῥύσθη ξ ατν, βοηθεί κα πλ το Σταυρο πάνσεμνος». Αυτό πια το «Βαρβάραν τν γίαν τιμήσωμεν» το είχα μάθει απέξω κι ανακατωτά.  Και να ρωτάς τη γιαγιά τι είναι μαθές αυτό το «στρουθίον» και να σού λέει άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.   Εκείνο όμως που κέντριζε τη φαντασία μου ήταν η ιστορία της Αγιά Βαρβάρας, όπως μου τη διηγότανε και άντε κάθε χρονιά η ίδια ιστορία κι οι ίδιες αναπάντητες ερωτήσεις.
Είχε, μού έλεγε, το χωριό κάμποσους πύργους που μέσα τους κλείνονταν για ασφάλεια οι νοικοκυραίοι σαν που έβγαιναν στη στεριά οι πειρατές. Και μπέρδευε η καημένη τους πειρατές με τους Τούρκους κι όταν την ρώταγα «ποιοι κάναν την επίθεση οι τούρκοι για οι πειρατές» μού έβαζε φρένο στις απορίες:
«Του ίδιου καν’  ! Τι τούρκοι, τι πειρατές! Άκγει να μαθαίνς».
Δεν έδινα  συνέχεια στις απορίες, μα άκουγα  ευλαβικά πώς έσωσε κάποτε το χωριό από τους τουρκοπειρατές η Αγιά Βαρβάρα. Ήταν  μια τρομερή επιδρομή, δεν είχαν σκοπό να ορμήσουν, ως συνήθως,  μια –δυο ώρες στο χωριό κι ό,τι αρπάξουν. Ασκέρι ολάκερο είχε έρθει  τούτη τη φορά. Όσος κόσμος πρόλαβε κλείστηκε στους πύργους και πολλοί μέσα στην εκκλησιά παρακαλούσαν την Αγιά Βαρβάρα.  Δεν θυμάμαι καλά, αν ήταν της γιαγιάς η διήγηση ή η φαντασία μου έπλαθε την εκκλησιά μεγάλη σαν κάστρο. Και δώστου να ορμούν οι πειρατές με σκάλες, να μπουν από τα παράθυρα. Μα, τα λόγια της γιαγιάς τα τελευταία τα θυμάμαι πολύ καλά.
« Σαν βάζαν μουρέλλιμ τς σκάλις να ανεβούν στα παραθύρια, νόμζις πους  πέφταν αστραπές στα χέρια ντουν. Στραβώναν τα δαχτύλια ντουν, τσι πέφταν απ’ τις σκάλις. Πήραν τότις θάρρους οι Παφλιώτις πους η Αγιά Βαρβάρα τς προυστατεύβγ’, τς αρχίσαν να τς πιτούν καμένα  λάδια. Καμέν΄  τσι  σκουτουμέν’ , τα παρατήσαν απ’ τουν φόβου ντουν, τσι απού τότις δεν ξαναφανήκαν πειρατές στου χουριό».



25 Νοεμβρίου 2017

ΤΑΞΙΑΡΧΕΛΛΙΜ’


                                                       του Στρατή  Γιαννίκου

Η μάνα να περπατά στα κύματα! Άγιος Νικόλαος, Πάμφυλα!  

     Γεννήθηκε αντίκρυ της Ανατολής. Στα νησέλλια της πάμφυλης ανατολής, ολημερίς, σεργιανούσε. Από χιόνι ο τόπος της δεν γνώριζε. Πού και πού μια δυο μέρες του χειμώνα να άσπριζαν οι νιφάδες το χωριό της.  Ως νύμφη ανύμφευτη,   την μεγαλώναν οι γονιοί της  κι οι τρεις αδελφοί, διπλά και τρίδιπλα την αγαπούσαν.
Κι ως  σπάνιο το χιόνι, σπάνια κι η αδελφή κι η κόρη. Απαλό, λευκό, κάτασπρο το δέρμα  της , «λευκοτέρα χιόνος», που θα ‘λεγε κι ο θείος Πλάτων. Χιόνα την παρωνόμιασαν κι ως χιόνα απαλή  καλοσυνάτη αποκρίνοταν  στα καλέσματα των δικών της κι έλιωνε  για τον καθένα τους.
Μα σαν ήρθε η ώρα της παντρειάς,  πιάστηκε η καρδιά της σαν είπαν να την ζευγαρώσουν σε ξένο τόπο  τριγυρισμένο από βουνά. Μα, πάντα πρόθυμη κι υπάκουη στους δικούς της, έσφιξε την καρδιά της κι είπε να αφήσει τις ομορφιές της Ανατολής. Ήρθε ξένη, σε τόπο  σκληρό στα ανθρώπινα αισθήματα. Μόνη της παρηγοριά, πότε να ‘ρθει η άνοιξη ν ‘ ανθίσουν οι τριανταφυλλιές της αυλής, να ευωδιάσει η νυχτιά και να φωτιστεί    από τα λευκά του γιασεμιού άνθη.  Κι έτσι, φωτίζονταν η ψυχή της και άντεχε ως να ‘ρθει το καλοκαίρι της, να κατεβεί στις δροσιές και στα νερά του  περιβολιού, να νιώθει την αύρα της θάλασσας και να θυμάται την πάμφυλη πατρίδα.
Κι άντεξε έναν και δυο και τρεις χειμώνες με συντροφιά του Ταξιάρχη τα φτερά. Τι ο άγγελος μηνύματα απαντοχής της έστελνε, ξένος κι αυτός σε τόπο άξενο. Δεν άντεξε η καρδιά της, μαχαίρι στα σωθικά ο κάθε πικρός λόγος. Στενός ο τόπος, στένωσαν οι βαλβίδες της καρδιάς, μα η Χιόνα στο τέλος άντεξε. Κι είπε στα πόδια μου θα σταθώ, θα πολεμήσω.
Λαβωμένη ήταν σαν γέννησε τ’ αγόρι της κι είπε να το  αφιερώσει στων Ουρανίων Στρατηγών τον Αρχιστράτηγο. Τον βάφτισε Στρατή. Με προσευχές περάσαν οι χειμώνες της Χιόνος. Πάντα στο ίδιο το στασίδι, πίσω  από το αριστερό ψαλτήρι κάθε Κυριακή, να κοιτάζει λοξά, απέναντί της, τη θεόρατη τοιχογραφία του Ταξιάρχη και να μονολογεί μια στον μικρό Στρατή και μια στον Ταξιάρχη. Κι ως ο ιερέας διακονούσε τον Θεό κι  ανθρώπινες ικεσίες μεταβίβαζε στους ουρανούς, η λειτουργία της  Χιόνας ήταν το μωρό της.
Μιας που κοίταζε τον μικρό Στρατή κι έλεγε:
_ Μουρέλλι μ’ συ! Μουρέλλι μ’  συ!  
Και μιας  τον Ταξιάρχη:

_ Ταξιαρχέλλιμ’  συ ! Ταξιαρχέλλιμ’ συ! Βουήθα του μουρέλλιμ’ !

22 Σεπτεμβρίου 2017

Γεια σου Γενιά!

ΑΝΑΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΑΡΥΩΝΑ, Καλοκαίρι του 2006 ή 2007. Η φωτογραφία αναρτήθηκε στο Φατσοτέφτερο (fb) . Ο Στρατής Καραγιασσώτης, δεύτερος από αριστερά (πάντα!) σχολιάζει:  
 Με επιμονή και συνέπεια, υιοθετώντας στάση ζωής, “τον τραχύ του Αγίου δρόμο ανεβαίνει” . 















Γεια σου Γενιά!
Ψηλά την είχαμε την πατρίδα αδελφέ. Κι όσους σκοπέλους κι αν  είχε η ζωή, οι  αναποδιές δεν μας πτοούσαν. Κι είπαμε ότι βαστάμε γερά στις ανηφοριές. Κι ανηφορίζαμε τα σκαλοπάτια στο καλντερίμια του Σκοπέλου. Να βλέπουμε από ψηλά. Να δούμε τη Γέρα μας από τον Καριώνα. Κι ακόμη πιο ψηλά.
Εσύ ένας  Καράς Αγιασσώτης να παίρνεις το δρόμο για την Αγιασσώτισσα την Παναγιά και να  μας οδηγείς. Μια στάση μοναχά στα Καλά Περβόλια, να ξαποστάσουμε απ’ τον αγώνα. Γιατί αγώνας ήταν η ζωή με πάντα υψωμένη, σφιχτή τη γροθιά. Και ανοιχτά τα μάτια. Και φανταζόμασταν τον τόπο μας σαν ένα κόρφο, μιαν αγκαλιά που χωρά όλον τον κόσμο. Κι ερχόμασταν στα λόγια του Οδυσσέα  κι αναρωτιόμασταν : -Εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου, λέγε τι βλέπεις; Αλήθεια, πόσες φορές δεν μας προϋπάντησες με αυτόν τον στίχο στο στέκι της Τιμοκρέοντος;



Κι έβαζες τον σπόρο της αναζήτησης. Και ψάχναμε και ψάχναμε σε παλιά κιτάπια, σε μαρτυρίες  παππούδων, γιαγιάδων,  στις αφλουγιές των γερόντων, στις παντουθειές γειτόνισσες, στα λόγια του καφενέ της Πέρα Βρύσης, στα λόγια της ντοπιολαλιάς μας, τα ανερμήνευτα.
- Ε, ρε  Τιν’, ε ρε Καστρά, ε, ρε Στρατή Καρά τι σπόρους άφησες πίσω σου.
Να ξέρεις βλασταίνουν τα χωριά μας. Καρπούς βγάζουν τα χωράφια μας. Κι η Γέρα πρασινίζει από ομορφιά. Γιατί η Γέρα μας Στρατή είναι απέθαντη. Την προστατεύουν η Παναγιά η Μαγδαληνή, την προστατεύει ο Άγιος Γρηγόρης με τα κρυμμένα στη σπηλιά του μυστικά.  Γιατί στη στράτα μας για τα γεραγώτικα, για τ’ αγιασώτικα βουνά, οι Γεραγώτες θα συναντούν μυρτιές, μυρτίνες, παναγιές. Στο διάβα μας θα συναντούμε συνοδοιπόρο Εκείνον, τον τραχύ δρόμο του Αγίου να ανεβαίνει. Γιατί στο δρόμο μας Εκείνος, ο Θγιος, ο Ταξιάρχης, ο Ασώματος, στη  Γέρα θα ακουμπά τα δάχτυλα και τα πέντε θα ανάβουνε χωριά: Εξουσία και κλήρος της γενιάς μας.
Γεια σου γενιά! Σαν πιεις, σαν ξεδιψάσεις, εκεί που πας, στης Αψηλής, της Πέρας Βρύσης τα νερά, μην μας ξεχνάς. Ορμήνευε μας από ψηλά πώς τους Σκοπέλους της ζωής να προσπερνούμε.
Γεια σου αρχηγέ! Γεια σου αδελφέ!

Το Νοέμβρη του 1999 ,ο Παγγεραγωτικός των Αθηνών , παράλληλα με την εκδήλωση αφιέρωμα στον Νομπελίστα Ποιητή Οδυσσέα Ελύτη , πραγματοποίησε και έκθεση Γεραγωτών ζωγράφων που κράτησε 10 ημέρες .

Στη φωτογραφία , που είναι από την έκθεση , φαίνονται από αριστερά οι ζωγράφοι :
Μανώλης Τζανής , Στρατής Ταμβακέρας , Αλέξανδρος Βακιρτζής και ο τότε πρόεδρος του Παγγεραγωτικού Συλλόγου Αθήνας , Στρατής Καραγιασσώτης .

 Στην έκθεση συμμετείχαν 28 Γεραγώτες ζωγράφοι με 66 δημιουργίες τους . Ανάμεσα τους και οι , Στρατής Αξιώτης , Στρατής Γαβαλάς , Γιώργος Πέρρος , Βασίλης Βαγιάννης , Στρατής Ταμβακέρας , Αλέξανδρος Βακιρτζής , Γρηγόρης Γλιγλής , Ηώ Αγγελή , Σαπφώ Βογιατζή , Βγένα Κωνσταντινίδη , Βασίλης Πανταζής ,Στρατής Ζάνταλης κ.α

7 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΣΕΙΣΜΟΣ του 1867 μέσω των δημοσιευμάτων της ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ

Ο  σεισμός,  μεγέθους 6,8 Ρίχτερ, συνέβη στη Λέσβο στις 7 Μαρτίου 1867  (23 Φεβρουαρίου 1867 με το παλαιό ημερολόγιο ) και ήταν καταστρεπτικότατος.

Δημοσίευμα 24ης  Φεβρουαρίου 1867 


                        Δημοσίευμα 3ης   Μαρτίου 1867 








Δημοσίευμα 10ης   Μαρτίου 1867  




Δημοσίευμα 17ης   Μαρτίου 1867  







Δημοσίευμα 31ης   Μαρτίου 1867  





13 Οκτωβρίου 2016

Η ΣΜΥΡΝΗ και ΤΑ ΠΑΡ- ΑΛΟΓΑ των Α- ΛΟΓΩΝ

Ποιος θα μου το έλεγε ότι  μετά την τελευταία μου ανάρτηση "Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ" θα πραγματευόμουν πάλι ένα θέμα σχετικό  με τα  Α _ΛΟΓΑ της φυλής μας.
Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις το γεγονός του ότι τις ημέρες που ο στρατός μας υποχωρούσε άτακτα από το Αφιόν Καραχισάρ, τις ημέρες που διακυβεύονταν η  διαρκής και προαιώνια παρουσία της ελληνοσύνης στη Μικρασία θα συνέβαιναν τα εξής παρ- άλογα:



1.   Μέσα Αυγούστου  1922,"Απόβαση" εκατοντάδων πλούσιων Σμυρναίων στη Μυτιλήνη με σκοπό την αναψυχή. Οι ταξιδιώτες σκορπούσαν υπερβολικά ποσά για τις διακοπές τους (σε διαμονή, διασκέδαση, αγορά ρούχων, παπουτσιών...) σε σημείο που να αυξηθούν οι τιμές πολλών προϊόντων
και υπηρεσιών στην πόλη της Μυτιλήνης. Και φυσικά πολλοί από αυτούς - αν έβρισκαν διαθέσιμο δωμάτιο- έκαναν τα λουτρά  τους στο υπερπολυτελές Σάρλιτζα. Τις ίδιες ώρες που ο Ελληνικός   Στρατός κολυμπούσε στο αίμα.




2, 17 Αυγούστου 1922. Η  ελληνική κυβέρνηση την ώρα της άτακτης φυγής του στρατεύματος, την ώρα που ο ελληνισμός της Σμύρνης κινδύνευε με αφανισμό, δεν έχανε ευκαιρία να κάνει τα μπάνια της  κι ο πρωθυπουργός δεν ήξερε πώς να τη συμμαζέψει.

Πότε επιτέλους θα μαζέψουμε τα ΠΑΡ- ΑΛΟΓΑ της φυλής μας;

Υ.Γ. Η έρευνα είναι σε εξέλιξη. Περισσότερα στοιχεία θα δοθούν εν καιρώ,

21 Ιουλίου 2016

Πανσέληνος Ιουλίου στον Κόλπο της Γέρας

20 Ιουλίου 2016 με τους φίλους του "Παγγεραγωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Γέρας" .
Ακολουθώντας το δρόμο του φεγγαριού. Από το Πέραμα, στο Μάρμαρο, στους Πύργους, στον Αύλωνα, στον Άγιο Ερμογένη κι επιστροφή στον Κόλπο της  Γέρας, πλευρίζοντας τη Σκάλα Λουτρών, την Κουντουρουδιά , τον Άγιο Ισίδωρο.

20 Ιουλίου 2016

ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΥΡΡΑΣ

Στρατής Γιαννίκος

Μεσάνυχτα επήραν τα βουνά
Αναπαράσταση του μύθου από την Χάρτα του Ρήγα, 1797
Εβάδιζαν μερόνυχτα.
Στους ώμους κουβάλαγαν
Τις αμαρτίες του κόσμου
Όλου
Τόσο,  που να τους ξεπλένει
Ο  Κατακλυσμός
Να μην τους πνίγει η θάλασσα
Τόσο, που ζωντανοί να βγουν.

Κι ανέβαιναν στα ουράνια
Που   ΄ναι  καθάρια τα νερά.
Και φέρναν πάνω τους
Τους λίθους της ζωής
Γιατί τους είπε ο Θεός
Πως πέτρα την πέτρα
Στεριώνει η ζωή.
Κι έριχναν λιθάρια
Ζωντανά
Ξωπίσω τους.
Μπροστά τους ήταν …η ζωή
Και πίσω …η πίκρα της θάλασσας.

Ωσάν ανέβηκαν στην κορυφή
Ένας ήλιος υπέρλαμπρος
Τους απαντά.
Χαμογελούν
Είναι η ώρα της φωτιάς.

Πυρώσαν οι καρδιές τους
Από ανθρωπιά
Κι εκεί ψηλά…
Αφήσαν τη ζωή τους…
Θυμίαμα στα γένη
Τα αυριανά.

Ο ήλιος στην πιο καλή του ώρα
Μεσούρανα βασίλευε.
Την ενάτη ημέρα
Του αμαξηλάτου 
Ηλιού του Προφήτου
Των Αγίων Πατέρων και Μητέρων
Δευκαλίωνος και Πύρρας
Ελλήνων Γεναρχών
Και πάσης εν Θεώ
Ανθρωπότητος.


30 Ιουνίου 2016

Η Θεια – Αριάδνη


Γράφει  ο Δημήτρης Κεφαλίδης


Ο μπάρμπα - Στρατής  και η  θειά Αριάδνη  
Η θεια Αριάδνη* ήταν γειτόνισσα μας στον κάμπο, όπου περνούσαμε τους πιο ζεστούς μήνες της χρονιάς ως του Αγίου Δημητρίου σχεδόν. Τα περιβόλια μας συνόρευαν σε μια πλευρά, αλλά η κατούνα των ήταν στην άλλη άκρη πάνω στην "κεντρική λεωφόρο" της Απιδιάς Λάκκου. Τη Θεια Αριάδνη τη γνώριζα όμως πολύ καλά και γι΄ άλλους λόγους. Συνέβαινε κείνα τα χρόνια ο μπάρμπα-Στρατής, ο άντρας της, να   ’χει μπακάλικο στο χωριό, και για τις ανάγκες της γειτονιάς άνοιγε στον κάμπο -σε μια αποθηκούλα πλάι στην κατούνα- ένα παράρτημα του μαγαζιού του, που το δούλευε ολημερίς εκείνη. Κι  εκεί ήμουν ταχτικός πελάτης για δικά μας ψωνίσματα ή και "χουσμέτια". Και σαν πελάτη μ’ είχε η Θεια Αριάδνη από καλό μάτι που. λέμε.
            Για κακή μου τύχη όμως έλαχε να υπάρχει κι  ένα δεύτερο παράρτημα μπακαλικής στο μαχαλά, του «Τσιφαλελ΄» πεντακόσια μέτρα παρακάτω. Και κάθε φορά που είχα εντολή να ψωνίσω απ’ εκεί, είχα τύψεις πώς να περάσω τον τράφο της θεια Αριάδνης δίχως να πάρει χαμπάρι, πως αλλαξοπίστευσα. Κείνες οι "συμπληγάδες" μου κόστιζαν και ώρα απ’ το παιχνίδι μου να παραφυλάγω πότε θα ‘μπαινε στο σπίτι ή στο μαγαζί, αλλά και νεύρα ώσπου να προσπεράσω απαρατήρητος. Γιατί δεν ήθελα να τα χαλάσω μαζί της, μιας και με είχε σε μεγάλη υπόληψη, αφού ήμουν όπως έλεγε -όχι πως θέλω να το καυχηθώ τώρα στα  γεράματα- το "καλύτερο μουρέλλ’ τ’ς γειτουνιάς μας".

           Ήταν -καθώς λέγαν όλοι- μια επιδέξια νοικοκυρά και τετραπέρατη γυναίκα, ο λόγος της είχε βάρος και οι "συμβουλές" της ζυγίζανε καντάρια. Όλες οι γυναίκες την σέβονταν, την πρόσεχαν και προπάντων την ....άκουγαν. Εκτός από μια τσεκουράτη φωνή, που δεν χάριζε σε κανέναν κάστανα κι  έδινε τον τόνο στη συνηθισμένη βραδινή γειτονιά της ακρογιαλιάς, έπαιρνε πρωτοβουλίες για λειτουργίες στα ξωκλήσια, διοργάνωνε εκδρομές στα Θέρμα, στον
Άγιο Ερμογένη ή σε πανηγύρια. Ποια γυναικούλα να  ‘λεγε «ΟΧΙ» στην Αριάδνη;

            Ένα σπιτικό υπόδειγμα φαμέλιας και τα παιδιά τους, τη λεύτερη ακόμα κόρη των, τη Ρηνούλα –γιατί τη μεγάλη την Άννα, που ‘τανε παντρεμένη στην Αμερική δεν την πρόλαβα- και τους δυο γιους των**, τα ‘χανε στη μικρή μας κοινωνία όλοι για παράδειγμα. Έλαμπε κι  άστραφτε το νοικοκυριό της, οι συνταγές της δίναν και παίρναν για γλυκίσματα, μαγειρευτά, κεντήματα ή γιατροσόφια. Η μεγαλύτερη όμως επίδοσή της ήταν να κουμαντάρει το σπίτι της με σίγουρο και σταθερό χέρι αόρατη.
Τ’ αφεντικό κι ο νοικοκύρης ήταν κι  έμενε πάντα ο μπάρμπα-Στρατής.

...............................
*Αριάδνη Γιαννίκου
** Γιώργος και Μιχάλης Γιαννίκος 

Το παρακάτω κείμενο  στην  πρωτοδημοσιεύτηκε 
στο ΒΗΜΑ της Γέρας